ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΨΗΛΑ ΕΚΕΙ!
1ο μέρος
Όταν είσαι στα είκοσι, το αίμα σου βράζει για διαφόρου είδους εξερευνήσεις ώστε να αποκτήσεις κι εσύ τις εμπειρίες που θα διηγείσαι στα παιδιά σου, όταν κάποτε κανείς.
Όταν εγώ κάποτε έφτασα στα τριάντα, το αίμα μου συνέχιζε να βράζει.
Φαίνεται θα είχα ξεχάσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό εδώ και μια δεκαετία και το ανακάλυψα πάνω σε ένα βουνό της Κύθνου. Όχι το μάτι της κουζίνας, αλλά το βρασμένο αίμα μου.
Εν έτη, λοιπόν 2000, στο γνωστό μιλένιουμ που μας είχαν πρήξει τα νεφρά τότε, λαμβάνω ένα προσκλητήριο γάμου. Παντρεύεται έγραφε η Πίτσα με τον Θανάση, του τάδε σογιού η μια, του δείνα σογιού ο άλλος, με κουμπάρα την Αφρούλα -αυτό το συγκράτησα- και ό,τι άλλα γλυκανάλατα γράφουν σε τέτοιου είδους προσκλητήρια.
Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα γνωρίσει αυτήν την Πίτσα, γιατί τον Θανάση σίγουρα δεν το είχα γνωρίσει πουθενά ως τότε, αλλά ούτε και την κουμπάρα την Αφρούλα. Και ως εκ θαύματος χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη φωνή της ξαδέρφης μου της Ελενίτσας να με ενημερώνει ότι η Πίτσα είναι η δεύτερη ξαδέρφη του νυν συζύγου της (είχε και πρώην σύζυγο η ξαδέρφη μου, άλλα ποιος τον θυμάται αυτόν τώρα πια).
-Και μένα τι με θέλει βρε Ελενίτσα στο γάμο της, ρωτάω όλο απορία την ξαδέρφη μου. Με έχει δει ποτέ της αυτή η Πίτσα;
-Φυσικά, Σωκράτη και σε έχει δει. Σε έχει δει στο δεύτερο γάμο μου…
-…Και θεώρησε ευγενικό ότι πρέπει να με βάλει στα έξοδα αυτής της ρημαδολίστας γάμου άλλα και του εν πλω ταξιδίου μέχρι την Κύθνο.
Ήθελε βλέπεις και παραδοσιακό γάμο η νυφίτσα…. Χμ, η νυφούλα ήθελα να πω!!!
Κλείνουμε εισιτήριο με το γνωστό πλοίο της γραμμής. Γνωστό, για τους Κυθναίους ήταν το πλοίο. Για μένα ήταν παντελώς άγνωστο. Έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ, όπως και με όλο το σόι της νύφης και του γαμπρού που συναντήσαμε στο πλοίο που πήγαιναν κι αυτοί στο γάμο. Εγώ είχα πάρει και το δικό μου αυτοκίνητο για τις εκεί μετακινήσεις με την ξαδέρφη μου. Έτσι πίστευα, ότι θα είχαμε και χρόνο να κάνουμε και τις βόλτες μας στο νησί της Κύθνου.
-Α, να και οι θείες του γαμπρού, μου λέει κάποια στιγμή η Ελενίτσα.
-Κι εγώ τι φταίω; της απαντάω με διάχυτο το ενδιαφέρον για αυτή την άχρηστη πληροφορία της ξαδέρφης μου. Τελικά αποδείχτηκε όχι και τόσο άχρηστη πληροφορία, γιατί όταν το καράβι έπιασε όχι πάτο αλλά στο λιμάνι της Κύθνου και κατεβήκαμε όλοι από αυτό, όταν μετρηθήκαμε στην προβλήτα, ανακαλύψαμε ότι έλειπαν οι θείες του γαμπρού. Για κάποιο λόγο δεν κατέβηκαν μαζί μας και συνέχιζαν για την Σίφνο χωρίς να το ξέρουν. Ε, κάποιος άλλος γάμος θα γινόταν εκεί και δεν θα έβγαιναν χαμένες από τα κουφέτα που θα έτρωγαν.
Τις είδαμε στο κατάστρωμα του πλοίου όταν αυτό ήδη είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το λιμάνι, να μας κουνάνε τα μαντήλια στα χέρια λες και έφευγαν για την Αυστραλία να βρουν γαμπρό.
Είχαμε φτάσει κατά τις έντεκα το πρωί στην Κύθνο της Παναγίας της Κανάλας και ο γάμος θα λάβαινε χώρα στις έξι το απόγευμα. Είχαμε μήνα Ιούνιο λίγο πριν τα γενέθλια μου. Επτά ολόκληρες ώρες να απολαύσουμε τις χάρες του νησιού πριν το βαρυσήμαντο γεγονός του γάμου. Και αφού αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στην κοντινότερη παραλία.
Με το αμάξι μου εγώ, και άλλη μια παρέα με το δικό της αυτοκίνητο, ένα 4Χ4 όπως συνηθίζεται να λένε αυτού του είδους τα αυτοκίνητα με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Αν και κατά την ταπεινή μου άποψη, 2Χ2 πρέπει να τα ονομάζουνε και όχι 4Χ4. Τέσσερις τροχούς έχουν, όχι δεκάξι. Αλλά δεν θα το λύσω τώρα αυτό το ζήτημα. Μπορεί να περιμένει άμα τη επιστροφή μου από το νησί.
Κάναμε το μπανάκι μας και όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε και να πάρουμε τα αυτοκίνητα μας, το αυτοκίνητο της άλλης παρέας είχε δική του προσωπικότητα και αποφάσισε να μείνει κι άλλο στην παραλία. Είχε κολλήσει βλέπεις στην άμμο και δεν ήθελε να ξεκολλήσει με τίποτα. Το πρόδωσε το 4Χ4. Άτιμη τεχνολογία.
Βλέποντας ότι περνάει η ώρα και εγώ δεν θα προλάβαινα να κάνω ούτε μια γύρα στο νησί για να το γνωρίσω και από την καλή και από την ανάποδη, και εφόσον δεν χρειάζονταν την βοήθειά μου εκεί, τους ανακοινώνω ότι θα πάρω το καπελάκι μου αλλά και το αμαξάκι μου και θα τραβήξω το διάβα μου για να γνωρίσω το νησί της Κύθνου.
Βάζω μπρος και ξεκινάω. Παίρνω τον πρώτο δρόμο που βλέπω και μόλις στρίβω, να και ένα αμάξι ξεσκέπαστο και στολισμένο με άνθη και κορδέλες που είχε σταματήσει στην άκρη γιατί είχε μείνει από βλάβη. Ε, τι να κάνω είπα να ρωτήσω κι εγώ από ευγένεια μήπως θέλουν κάποια βοήθεια.
Όχι ευχαριστούμε έχουμε καλέσει μάστορη από το συνεργείο, μου λένε ευγενέστατοι οι επιβάτες του που είχαν κατεβεί από το αυτοκίνητο και είχαν ανοίξει το καπό και το περιεργάζονταν σαν τον ασθενή στο κρεβάτι του νοσοκομείου που τον κοιτάνε δέκα γιατροί και ο καθένας τρίβει το σαγόνι του και μουρμουρίζει με τον στόμφο του ειδικού ‘’μμμμμμμ’’.
-Είστε για το γάμο της Πίτσας; τους ρωτάω.
-Ναι, και αυτό είναι το αμάξι που θα πάει τη νύφη στην εκκλησία αλλά έμεινε από δίσκο.
-Ποιο δίσκο; Του Γιάννη Πάριου;
Δεν είδα να ανταποκρίθηκαν στο… πετυχημένο μου αστείο, τους χαιρετώ ευγενικά και συνεχίζω το δρόμο μου, ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι στιγμής συμβάντα:
Χάσαμε τις θείες, κόλλησε το αμάξι στην άμμο και τέλος(;) έπαθε βλάβη το αμάξι της νύφης. Ωραία σκέφτομαι, τρίτωσε το κακό και δεν θα έχουμε άλλες εκπλήξεις. Ας συνεχίσω με την ησυχία μου τη βόλτα για άλλες πολιτείες και κυθνέικες μάλιστα.
Προς τα που να πάω; Που να πάω; Βλέπω πέρα μακριά ψηλά σε ένα βουνό, μερικούς μύλους ηλεκτρικής ενέργειας. Ε, να, εκεί θα πάω για να βλέπω και όλο το νησί πιάτο από κάτω μου. Φοβερή εμπειρία. Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω όπως γράφουν και στα παραμύθια, τελειώνει κάποια στιγμή και η άσφαλτος, αρχίζει ο χωματόδρομος και συνεχίζω εγώ. Στην αρχή διστακτικά έχοντας μπροστά μου μια άγνωστη διαδρομή, και μετά ξεθαρρεύοντας αφού έφυγε και ο τελευταίος δισταγμός που με περιτριγύριζε. Κάτι θα ήξερε κι αυτός ο δισταγμός που έφυγε νωρίς, αλλά δεν το ήξερα όμως, εγώ ακόμη.
Έχω μπει λοιπόν, σε ένα χωματόδρομο ανηφορικό όχι και τόσο φιλικό, με το ΝΙΣΣΑΝ ΑΛΜΕΡΑ το μπλε αμαξάκι μου και όλο και ανέβαινα αφήνοντας πίσω μου τον πολιτισμό του νησιού και βλέποντας τώρα πια γύρω μου μόνο χωράφια και θάλασσα.
Κανένα άλλο ίχνος ζωής, παρά μόνο τους μύλους που κινούσε ο αέρας των Κυκλάδων που όλο και μεγάλωναν σε όγκο όσο τους πλησίαζα.
Κι επειδή ο δρόμος δεν ήταν για αμάξια με μηχανή όπως νόμιζα, αλλά για άμαξα με άλογα, εγώ πήγαινα τόσο αργά, μα τόσο αργά που είδα ξάφνου από αριστερά μου να με προσπερνάει ένας νεαρός καβάλα πάνω σε ένα γαϊδούρι.
-Τι κανείς εδώ; με ρωτάει λίγο πριν περάσει μπροστά μου.
-Έχω έρθει από την Αθήνα για ένα γάμο που γίνεται στο νησί σας, του απαντάω, και σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα για να δω τις ομορφιές του.
-Μα καλά, κι εδώ βρήκες να έρθεις; Με ξαναρωτάει. Εδώ και τα γαϊδούρια ζορίζονται να τον διαβούν το δρόμο.
-Ναι, το κατάλαβα αυτό, του λέω δείχνοντας με το βλέμμα μου το ζωντανό. Κι εσύ που πας αδελφέ μου; Είπα να ρωτήσω κι εγώ κάτι τον νεαρό, μην με περάσει για αγενή και άξεστο εμένα τον Αθηναίο.
-Να μωρέ, πάω σα πέρα στα ζα να τα ταΐσω το σανό που είναι φορτωμένο το ζωντανό μου. Σε χαιρετώ, μου λέει, θα σε ξαναδώ στο γυρισμό.
-Μπα, δεν νομίζω ότι θα με προλάβεις, του λέω. Θα έχω φύγει πολύ πιο πριν, του απαντάω με τόση σιγουριά όπως θα έλεγα το όνομά μου, και τον χαιρετώ με περισσή εγκαρδιότητα.
Συνεχίζω τον ανήφορό μου, και όπως είναι λογικό όταν τελειώνει μια ανηφόρα, αρχίζει μια κατηφόρα. Είναι ο νόμος της ζωής αλλά και της εξερεύνησής μου, όπως έδειξαν τα μελλούμενα. Για το νόμο του Μέρφι, δεν είχα ακουστά ακόμα.
Μη μπορώντας να δω τι υπάρχει μετά την ανηφόρα, κατεβαίνω από το αμάξι να κοιτάξω με τα μάτια μου τι υπάρχει μετά. Προχωράω μέχρι εκεί που θα μου αποκαλυπτόταν η συνέχεια του μονοπατιού –γιατί μονοπάτι είχε γίνει πια ο δρόμος- και βλέπω ότι δεν είναι τίποτα ανησυχητικό και μπορώ να συνεχίσω άνετα με το αμάξι. Γυρνάω πίσω για να μπω στο αμάξι, και τι βλέπω; Το αμάξι μου να τσουλάει μόνο του προς τα πίσω.
Το πιστέψατε; Ελάτε, πλάκα κάνω. Αυτά μόνο στις ταινίες συμβαίνουν. Στο «Σωφεράκι» του Γιώργου Τζαβέλλα με το Μίμη Φωτόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη, για παράδειγμα.
Μπαίνω λοιπόν, μέσα και συνεχίζω την πορεία μου κατεβαίνοντας την δική μου κατηφόρα.
Όλο και στένευε ο δρόμος που ίσα- ίσα χωρούσε το αυτοκίνητο πλέον. Δεξιά γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα, αριστερά άλλος γκρεμός που κατέληγε στην ξηρά. Γύρω γύρω δυο γκρεμοί και στη μέση εγώ. Πάλι καλά που δεν με έλεγαν και Μανώλη. Με είχαν αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά οι δυο γκρεμοί, που άρχισα να σκιάζομαι. Ε, ώρα μου ήταν να σκιαχτώ κι εγώ. Συνέχισα για λίγο ακόμη, αλλά ο δρόμος είχε αρχίσει να γίνεται τόσο στενός που θα έλεγες ότι οι δυο δεξιές ρόδες του αμαξιού κρέμονταν στο κενό. Καμία φορά εναλλάσσονταν και με τις αριστερές, δεν έχω παράπονο.
(Η συνέχεια και το τέλος του διηγήματος
την Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018)
Χρονολογία συγγραφής: 2012
Συγγραφή - κείμενα: Σωκράτης Σημαιοφορίδης
www.SokratesDrankThePontium.gr
"Ο Δίδυμος Της Συμφοράς!"
Διηγήματα αυτοβιογραφικά, πραγματικών γεγονότων, φανταστικών ερώτων
και αληθινής φαντασίας. Είναι ευνόητο ότι τα ονόματα των προσώπων
δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Λογικό!
Γιατί ΕΓΩ είμαι ο Δίδυμος, ΕΓΩ ο Σωκράτης, ΕΓΩ ο Πρωταγωνιστής,
ΕΓΩ ο Αναγνωρίσιμος, ΕΓΩ ο Νάρκισσος, ΕΓΩ ο Πόντιος,
ΕΓΩ ο Μετριόφρων, και ΕΓΩ ο Εγωιστής.
Όλα τα υπόλοιπα, όπως εγώ, γεγονότα, συνταγές μαγειρικής, ζώδια, δίδυμοι,
τρίδυμοι, ωροσκόποι, καιροσκόποι, μετεωρολόγοι, μετεωρολογικά φαινόμενα,
χρώματα ματιών, χρώματα μαλλιών, χρώματα κατά της σκουριάς,
χρώματα παλ και secam, ψηφιακοί δέκτες αλλά και ό,τι άλλο αναγράφεται
στις ιστορίες, ανταποκρίνονται πλήρως στην ωμή, σκληρή και ερεθιστική
πραγματικότητα της ζωής. Αφού τα έζησα, κάθισα και τα έγραψα!
Κουράγιο, φίλοι μου...
ΣΗΜ.: Τα διηγήματα είναι κατοχυρωμένα
σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία
για τα πνευματικά δικαιώματα.
1ο μέρος
Όταν είσαι στα είκοσι, το αίμα σου βράζει για διαφόρου είδους εξερευνήσεις ώστε να αποκτήσεις κι εσύ τις εμπειρίες που θα διηγείσαι στα παιδιά σου, όταν κάποτε κανείς.
Όταν εγώ κάποτε έφτασα στα τριάντα, το αίμα μου συνέχιζε να βράζει.
Φαίνεται θα είχα ξεχάσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό εδώ και μια δεκαετία και το ανακάλυψα πάνω σε ένα βουνό της Κύθνου. Όχι το μάτι της κουζίνας, αλλά το βρασμένο αίμα μου.
Εν έτη, λοιπόν 2000, στο γνωστό μιλένιουμ που μας είχαν πρήξει τα νεφρά τότε, λαμβάνω ένα προσκλητήριο γάμου. Παντρεύεται έγραφε η Πίτσα με τον Θανάση, του τάδε σογιού η μια, του δείνα σογιού ο άλλος, με κουμπάρα την Αφρούλα -αυτό το συγκράτησα- και ό,τι άλλα γλυκανάλατα γράφουν σε τέτοιου είδους προσκλητήρια.
Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα γνωρίσει αυτήν την Πίτσα, γιατί τον Θανάση σίγουρα δεν το είχα γνωρίσει πουθενά ως τότε, αλλά ούτε και την κουμπάρα την Αφρούλα. Και ως εκ θαύματος χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη φωνή της ξαδέρφης μου της Ελενίτσας να με ενημερώνει ότι η Πίτσα είναι η δεύτερη ξαδέρφη του νυν συζύγου της (είχε και πρώην σύζυγο η ξαδέρφη μου, άλλα ποιος τον θυμάται αυτόν τώρα πια).
-Και μένα τι με θέλει βρε Ελενίτσα στο γάμο της, ρωτάω όλο απορία την ξαδέρφη μου. Με έχει δει ποτέ της αυτή η Πίτσα;
-Φυσικά, Σωκράτη και σε έχει δει. Σε έχει δει στο δεύτερο γάμο μου…
-…Και θεώρησε ευγενικό ότι πρέπει να με βάλει στα έξοδα αυτής της ρημαδολίστας γάμου άλλα και του εν πλω ταξιδίου μέχρι την Κύθνο.
Ήθελε βλέπεις και παραδοσιακό γάμο η νυφίτσα…. Χμ, η νυφούλα ήθελα να πω!!!
Κλείνουμε εισιτήριο με το γνωστό πλοίο της γραμμής. Γνωστό, για τους Κυθναίους ήταν το πλοίο. Για μένα ήταν παντελώς άγνωστο. Έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ, όπως και με όλο το σόι της νύφης και του γαμπρού που συναντήσαμε στο πλοίο που πήγαιναν κι αυτοί στο γάμο. Εγώ είχα πάρει και το δικό μου αυτοκίνητο για τις εκεί μετακινήσεις με την ξαδέρφη μου. Έτσι πίστευα, ότι θα είχαμε και χρόνο να κάνουμε και τις βόλτες μας στο νησί της Κύθνου.
-Α, να και οι θείες του γαμπρού, μου λέει κάποια στιγμή η Ελενίτσα.
-Κι εγώ τι φταίω; της απαντάω με διάχυτο το ενδιαφέρον για αυτή την άχρηστη πληροφορία της ξαδέρφης μου. Τελικά αποδείχτηκε όχι και τόσο άχρηστη πληροφορία, γιατί όταν το καράβι έπιασε όχι πάτο αλλά στο λιμάνι της Κύθνου και κατεβήκαμε όλοι από αυτό, όταν μετρηθήκαμε στην προβλήτα, ανακαλύψαμε ότι έλειπαν οι θείες του γαμπρού. Για κάποιο λόγο δεν κατέβηκαν μαζί μας και συνέχιζαν για την Σίφνο χωρίς να το ξέρουν. Ε, κάποιος άλλος γάμος θα γινόταν εκεί και δεν θα έβγαιναν χαμένες από τα κουφέτα που θα έτρωγαν.
Τις είδαμε στο κατάστρωμα του πλοίου όταν αυτό ήδη είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το λιμάνι, να μας κουνάνε τα μαντήλια στα χέρια λες και έφευγαν για την Αυστραλία να βρουν γαμπρό.
Είχαμε φτάσει κατά τις έντεκα το πρωί στην Κύθνο της Παναγίας της Κανάλας και ο γάμος θα λάβαινε χώρα στις έξι το απόγευμα. Είχαμε μήνα Ιούνιο λίγο πριν τα γενέθλια μου. Επτά ολόκληρες ώρες να απολαύσουμε τις χάρες του νησιού πριν το βαρυσήμαντο γεγονός του γάμου. Και αφού αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στην κοντινότερη παραλία.
Με το αμάξι μου εγώ, και άλλη μια παρέα με το δικό της αυτοκίνητο, ένα 4Χ4 όπως συνηθίζεται να λένε αυτού του είδους τα αυτοκίνητα με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Αν και κατά την ταπεινή μου άποψη, 2Χ2 πρέπει να τα ονομάζουνε και όχι 4Χ4. Τέσσερις τροχούς έχουν, όχι δεκάξι. Αλλά δεν θα το λύσω τώρα αυτό το ζήτημα. Μπορεί να περιμένει άμα τη επιστροφή μου από το νησί.
Κάναμε το μπανάκι μας και όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε και να πάρουμε τα αυτοκίνητα μας, το αυτοκίνητο της άλλης παρέας είχε δική του προσωπικότητα και αποφάσισε να μείνει κι άλλο στην παραλία. Είχε κολλήσει βλέπεις στην άμμο και δεν ήθελε να ξεκολλήσει με τίποτα. Το πρόδωσε το 4Χ4. Άτιμη τεχνολογία.
Βλέποντας ότι περνάει η ώρα και εγώ δεν θα προλάβαινα να κάνω ούτε μια γύρα στο νησί για να το γνωρίσω και από την καλή και από την ανάποδη, και εφόσον δεν χρειάζονταν την βοήθειά μου εκεί, τους ανακοινώνω ότι θα πάρω το καπελάκι μου αλλά και το αμαξάκι μου και θα τραβήξω το διάβα μου για να γνωρίσω το νησί της Κύθνου.
Βάζω μπρος και ξεκινάω. Παίρνω τον πρώτο δρόμο που βλέπω και μόλις στρίβω, να και ένα αμάξι ξεσκέπαστο και στολισμένο με άνθη και κορδέλες που είχε σταματήσει στην άκρη γιατί είχε μείνει από βλάβη. Ε, τι να κάνω είπα να ρωτήσω κι εγώ από ευγένεια μήπως θέλουν κάποια βοήθεια.
Όχι ευχαριστούμε έχουμε καλέσει μάστορη από το συνεργείο, μου λένε ευγενέστατοι οι επιβάτες του που είχαν κατεβεί από το αυτοκίνητο και είχαν ανοίξει το καπό και το περιεργάζονταν σαν τον ασθενή στο κρεβάτι του νοσοκομείου που τον κοιτάνε δέκα γιατροί και ο καθένας τρίβει το σαγόνι του και μουρμουρίζει με τον στόμφο του ειδικού ‘’μμμμμμμ’’.
-Είστε για το γάμο της Πίτσας; τους ρωτάω.
-Ναι, και αυτό είναι το αμάξι που θα πάει τη νύφη στην εκκλησία αλλά έμεινε από δίσκο.
-Ποιο δίσκο; Του Γιάννη Πάριου;
Δεν είδα να ανταποκρίθηκαν στο… πετυχημένο μου αστείο, τους χαιρετώ ευγενικά και συνεχίζω το δρόμο μου, ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι στιγμής συμβάντα:
Χάσαμε τις θείες, κόλλησε το αμάξι στην άμμο και τέλος(;) έπαθε βλάβη το αμάξι της νύφης. Ωραία σκέφτομαι, τρίτωσε το κακό και δεν θα έχουμε άλλες εκπλήξεις. Ας συνεχίσω με την ησυχία μου τη βόλτα για άλλες πολιτείες και κυθνέικες μάλιστα.
Προς τα που να πάω; Που να πάω; Βλέπω πέρα μακριά ψηλά σε ένα βουνό, μερικούς μύλους ηλεκτρικής ενέργειας. Ε, να, εκεί θα πάω για να βλέπω και όλο το νησί πιάτο από κάτω μου. Φοβερή εμπειρία. Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω όπως γράφουν και στα παραμύθια, τελειώνει κάποια στιγμή και η άσφαλτος, αρχίζει ο χωματόδρομος και συνεχίζω εγώ. Στην αρχή διστακτικά έχοντας μπροστά μου μια άγνωστη διαδρομή, και μετά ξεθαρρεύοντας αφού έφυγε και ο τελευταίος δισταγμός που με περιτριγύριζε. Κάτι θα ήξερε κι αυτός ο δισταγμός που έφυγε νωρίς, αλλά δεν το ήξερα όμως, εγώ ακόμη.
Έχω μπει λοιπόν, σε ένα χωματόδρομο ανηφορικό όχι και τόσο φιλικό, με το ΝΙΣΣΑΝ ΑΛΜΕΡΑ το μπλε αμαξάκι μου και όλο και ανέβαινα αφήνοντας πίσω μου τον πολιτισμό του νησιού και βλέποντας τώρα πια γύρω μου μόνο χωράφια και θάλασσα.
Κανένα άλλο ίχνος ζωής, παρά μόνο τους μύλους που κινούσε ο αέρας των Κυκλάδων που όλο και μεγάλωναν σε όγκο όσο τους πλησίαζα.
Κι επειδή ο δρόμος δεν ήταν για αμάξια με μηχανή όπως νόμιζα, αλλά για άμαξα με άλογα, εγώ πήγαινα τόσο αργά, μα τόσο αργά που είδα ξάφνου από αριστερά μου να με προσπερνάει ένας νεαρός καβάλα πάνω σε ένα γαϊδούρι.
-Τι κανείς εδώ; με ρωτάει λίγο πριν περάσει μπροστά μου.
-Έχω έρθει από την Αθήνα για ένα γάμο που γίνεται στο νησί σας, του απαντάω, και σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα για να δω τις ομορφιές του.
-Μα καλά, κι εδώ βρήκες να έρθεις; Με ξαναρωτάει. Εδώ και τα γαϊδούρια ζορίζονται να τον διαβούν το δρόμο.
-Ναι, το κατάλαβα αυτό, του λέω δείχνοντας με το βλέμμα μου το ζωντανό. Κι εσύ που πας αδελφέ μου; Είπα να ρωτήσω κι εγώ κάτι τον νεαρό, μην με περάσει για αγενή και άξεστο εμένα τον Αθηναίο.
-Να μωρέ, πάω σα πέρα στα ζα να τα ταΐσω το σανό που είναι φορτωμένο το ζωντανό μου. Σε χαιρετώ, μου λέει, θα σε ξαναδώ στο γυρισμό.
-Μπα, δεν νομίζω ότι θα με προλάβεις, του λέω. Θα έχω φύγει πολύ πιο πριν, του απαντάω με τόση σιγουριά όπως θα έλεγα το όνομά μου, και τον χαιρετώ με περισσή εγκαρδιότητα.
Συνεχίζω τον ανήφορό μου, και όπως είναι λογικό όταν τελειώνει μια ανηφόρα, αρχίζει μια κατηφόρα. Είναι ο νόμος της ζωής αλλά και της εξερεύνησής μου, όπως έδειξαν τα μελλούμενα. Για το νόμο του Μέρφι, δεν είχα ακουστά ακόμα.
Μη μπορώντας να δω τι υπάρχει μετά την ανηφόρα, κατεβαίνω από το αμάξι να κοιτάξω με τα μάτια μου τι υπάρχει μετά. Προχωράω μέχρι εκεί που θα μου αποκαλυπτόταν η συνέχεια του μονοπατιού –γιατί μονοπάτι είχε γίνει πια ο δρόμος- και βλέπω ότι δεν είναι τίποτα ανησυχητικό και μπορώ να συνεχίσω άνετα με το αμάξι. Γυρνάω πίσω για να μπω στο αμάξι, και τι βλέπω; Το αμάξι μου να τσουλάει μόνο του προς τα πίσω.
Το πιστέψατε; Ελάτε, πλάκα κάνω. Αυτά μόνο στις ταινίες συμβαίνουν. Στο «Σωφεράκι» του Γιώργου Τζαβέλλα με το Μίμη Φωτόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη, για παράδειγμα.
Μπαίνω λοιπόν, μέσα και συνεχίζω την πορεία μου κατεβαίνοντας την δική μου κατηφόρα.
Όλο και στένευε ο δρόμος που ίσα- ίσα χωρούσε το αυτοκίνητο πλέον. Δεξιά γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα, αριστερά άλλος γκρεμός που κατέληγε στην ξηρά. Γύρω γύρω δυο γκρεμοί και στη μέση εγώ. Πάλι καλά που δεν με έλεγαν και Μανώλη. Με είχαν αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά οι δυο γκρεμοί, που άρχισα να σκιάζομαι. Ε, ώρα μου ήταν να σκιαχτώ κι εγώ. Συνέχισα για λίγο ακόμη, αλλά ο δρόμος είχε αρχίσει να γίνεται τόσο στενός που θα έλεγες ότι οι δυο δεξιές ρόδες του αμαξιού κρέμονταν στο κενό. Καμία φορά εναλλάσσονταν και με τις αριστερές, δεν έχω παράπονο.
(Η συνέχεια και το τέλος του διηγήματος
την Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018)
Χρονολογία συγγραφής: 2012
Συγγραφή - κείμενα: Σωκράτης Σημαιοφορίδης
www.SokratesDrankThePontium.gr
"Ο Δίδυμος Της Συμφοράς!"
Διηγήματα αυτοβιογραφικά, πραγματικών γεγονότων, φανταστικών ερώτων
και αληθινής φαντασίας. Είναι ευνόητο ότι τα ονόματα των προσώπων
δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Λογικό!
Γιατί ΕΓΩ είμαι ο Δίδυμος, ΕΓΩ ο Σωκράτης, ΕΓΩ ο Πρωταγωνιστής,
ΕΓΩ ο Αναγνωρίσιμος, ΕΓΩ ο Νάρκισσος, ΕΓΩ ο Πόντιος,
ΕΓΩ ο Μετριόφρων, και ΕΓΩ ο Εγωιστής.
Όλα τα υπόλοιπα, όπως εγώ, γεγονότα, συνταγές μαγειρικής, ζώδια, δίδυμοι,
τρίδυμοι, ωροσκόποι, καιροσκόποι, μετεωρολόγοι, μετεωρολογικά φαινόμενα,
χρώματα ματιών, χρώματα μαλλιών, χρώματα κατά της σκουριάς,
χρώματα παλ και secam, ψηφιακοί δέκτες αλλά και ό,τι άλλο αναγράφεται
στις ιστορίες, ανταποκρίνονται πλήρως στην ωμή, σκληρή και ερεθιστική
πραγματικότητα της ζωής. Αφού τα έζησα, κάθισα και τα έγραψα!
Κουράγιο, φίλοι μου...
ΣΗΜ.: Τα διηγήματα είναι κατοχυρωμένα
σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία
για τα πνευματικά δικαιώματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Είστε ελεύθεροι να δημοσιεύετε ό,τι σχόλια θέλετε εκτός από βωμολοχίες! Τα βρωμόλογα μου αρέσουν μόνο στο σεξ!
Αυτές τις μέρες μαθαίνω και τι είναι σεξ!