ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΨΗΛΑ ΕΚΕΙ!
Όταν είσαι στα είκοσι, το αίμα σου βράζει για διαφόρου είδους εξερευνήσεις ώστε να αποκτήσεις κι εσύ τις εμπειρίες που θα διηγείσαι στα παιδιά σου, όταν κάποτε κανείς.
Όταν εγώ κάποτε έφτασα στα τριάντα, το αίμα μου συνέχιζε να βράζει. Φαίνεται θα είχα ξεχάσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό εδώ και μια δεκαετία και το ανακάλυψα πάνω σε ένα βουνό της Κύθνου. Όχι το μάτι, αλλά το βρασμένο αίμα μου.
Εν έτη, λοιπόν 2000, στο γνωστό μιλένιουμ που μας είχαν πρήξει τα νεφρά τότε, λαμβάνω ένα προσκλητήριο γάμου. Παντρεύεται έγραφε η Πίτσα με τον Θανάση, του τάδε σογιού η μια, του δείνα σογιού ο άλλος, με κουμπάρα την Αφρούλα -αυτό το συγκράτησα- και ό,τι άλλα γλυκανάλατα γράφουν σε τέτοιου είδους προσκλητήρια.
Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα γνωρίσει αυτήν την Πίτσα, γιατί τον Θανάση σίγουρα δεν το είχα γνωρίσει πουθενά ως τότε, αλλά ούτε και την κουμπάρα την Αφρούλα. Και ως εκ θαύματος χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη φωνή της ξαδέρφης μου της Ελενίτσας να με ενημερώνει ότι η Πίτσα είναι η δεύτερη ξαδέρφη του νυν συζύγου της (είχε και πρώην σύζυγο η ξαδέρφη μου, άλλα ποιος τον θυμάται αυτόν τώρα πια).
-Και μένα τι με θέλει βρε Ελενίτσα στο γάμο της, ρωτάω όλο απορία την ξαδέρφη μου. Με έχει δει ποτέ της αυτή η Πίτσα;
-Φυσικά, Σωκράτη και σε έχει δει. Σε έχει δει στο δεύτερο γάμο μου…
-…Και θεώρησε ευγενικό ότι πρέπει να με βάλει στα έξοδα αυτής της ρημαδολίστας γάμου άλλα και του εν πλω ταξιδίου μέχρι την Κύθνο.
Ήθελε βλέπεις και παραδοσιακό γάμο η νυφίτσα…. Χμ, η νυφούλα ήθελα να πω!!!
Κλείνουμε εισιτήριο με το γνωστό πλοίο της γραμμής. Γνωστό, για τους Κυθναίους ήταν το πλοίο. Για μένα ήταν παντελώς άγνωστο. Έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ, όπως και με όλο το σόι της νύφης και του γαμπρού που συναντήσαμε στο πλοίο που πήγαιναν κι αυτοί στο γάμο. Εγώ είχα πάρει και το δικό μου αυτοκίνητο για τις εκεί μετακινήσεις με την ξαδέρφη μου. Έτσι πίστευα, ότι θα είχαμε και χρόνο να κάνουμε και τις βόλτες μας στο νησί της Κύθνου.
-Α, να και οι θείες του γαμπρού, μου λέει κάποια στιγμή η Ελενίτσα.
-Κι εγώ τι φταίω; της απαντάω με διάχυτο το ενδιαφέρον για αυτή την άχρηστη πληροφορία της ξαδέρφης μου. Τελικά αποδείχτηκε όχι και τόσο άχρηστη πληροφορία, γιατί όταν το καράβι έπιασε όχι πάτο αλλά στο λιμάνι της Κύθνου και κατεβήκαμε όλοι από αυτό, όταν μετρηθήκαμε στην προβλήτα, ανακαλύψαμε ότι έλειπαν οι θείες του γαμπρού. Για κάποιο λόγο δεν κατέβηκαν μαζί μας και συνέχιζαν για την Σίφνο χωρίς να το ξέρουν. Ε, κάποιος άλλος γάμος θα γινόταν εκεί και δεν θα έβγαιναν χαμένες από τα κουφέτα που θα έτρωγαν.
Τις είδαμε στο κατάστρωμα του πλοίου όταν αυτό ήδη είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το λιμάνι, να μας κουνάνε τα μαντήλια στα χέρια λες και έφευγαν για την Αυστραλία να βρουν γαμπρό.
Είχαμε φτάσει κατά τις έντεκα το πρωί στην Κύθνο της Παναγίας της Κανάλας και ο γάμος θα λάβαινε χώρα στις έξι το απόγευμα. Είχαμε μήνα Ιούνιο λίγο πριν τα γενέθλια μου. Επτά ολόκληρες ώρες να απολαύσουμε τις χάρες του νησιού πριν το βαρυσήμαντο γεγονός του γάμου. Και αφού αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στην κοντινότερη παραλία.
Με το αμάξι μου εγώ, και άλλη μια παρέα με το δικό της αυτοκίνητο, ένα 4Χ4 όπως συνηθίζεται να λένε αυτού του είδους τα αυτοκίνητα με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Αν και κατά την ταπεινή μου άποψη, 2Χ2 πρέπει να τα ονομάζουνε και όχι 4Χ4. Τέσσερις τροχούς έχουν, όχι δεκάξι. Αλλά δεν θα το λύσω τώρα αυτό το ζήτημα. Μπορεί να περιμένει άμα τη επιστροφή μου από το νησί.
Κάναμε το μπανάκι μας και όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε και να πάρουμε τα αυτοκίνητα μας, το αυτοκίνητο της άλλης παρέας είχε δική του προσωπικότητα και αποφάσισε να μείνει κι άλλο στην παραλία. Είχε κολλήσει βλέπεις στην άμμο και δεν ήθελε να ξεκολλήσει με τίποτα. Το πρόδωσε το 4Χ4. Άτιμη τεχνολογία.
Βλέποντας ότι περνάει η ώρα και εγώ δεν θα προλάβαινα να κάνω ούτε μια γύρα στο νησί για να το γνωρίσω και από την καλή και από την ανάποδη, και εφόσον δεν χρειάζονταν την βοήθειά μου εκεί, τους ανακοινώνω ότι θα πάρω το καπελάκι μου αλλά και το αμαξάκι μου και θα τραβήξω το διάβα μου για να γνωρίσω το νησί της Κύθνου.
Βάζω μπρος και ξεκινάω. Παίρνω τον πρώτο δρόμο που βλέπω και μόλις στρίβω, να και ένα αμάξι ξεσκέπαστο και στολισμένο με άνθη και κορδέλες που είχε σταματήσει στην άκρη γιατί είχε μείνει από βλάβη. Ε, τι να κάνω είπα να ρωτήσω κι εγώ από ευγένεια μήπως θέλουν κάποια βοήθεια.
Όχι ευχαριστούμε έχουμε καλέσει μάστορη από το συνεργείο, μου λένε ευγενέστατοι οι επιβάτες του που είχαν κατεβεί από το αυτοκίνητο και είχαν ανοίξει το καπό και το περιεργάζονταν σαν τον ασθενή στο κρεβάτι του νοσοκομείου που τον κοιτάνε δέκα γιατροί και ο καθένας τρίβει το σαγόνι του και μουρμουρίζει με τον στόμφο του ειδικού ‘’μμμμμμμ’’.
-Είστε για το γάμο της Πίτσας; τους ρωτάω.
-Ναι, και αυτό είναι το αμάξι που θα πάει τη νύφη στην εκκλησία αλλά έμεινε από δίσκο.
-Ποιο δίσκο; Του Γιάννη Πάριου;
Δεν είδα να ανταποκρίθηκαν στο… πετυχημένο μου αστείο, τους χαιρετώ ευγενικά και συνεχίζω το δρόμο μου, ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι στιγμής συμβάντα:
Χάσαμε τις θείες, κόλλησε το αμάξι στην άμμο και τέλος(;) έπαθε βλάβη το αμάξι της νύφης. Ωραία σκέφτομαι, τρίτωσε το κακό και δεν θα έχουμε άλλες εκπλήξεις. Ας συνεχίσω με την ησυχία μου τη βόλτα για άλλες πολιτείες και κυθνέικες μάλιστα.
Προς τα που να πάω; Που να πάω; Βλέπω πέρα μακριά ψηλά σε ένα βουνό, μερικούς μύλους ηλεκτρικής ενέργειας. Ε, να, εκεί θα πάω για να βλέπω και όλο το νησί πιάτο από κάτω μου. Φοβερή εμπειρία. Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω όπως γράφουν και στα παραμύθια, τελειώνει κάποια στιγμή και η άσφαλτος, αρχίζει ο χωματόδρομος και συνεχίζω εγώ. Στην αρχή διστακτικά έχοντας μπροστά μου μια άγνωστη διαδρομή, και μετά ξεθαρρεύοντας αφού έφυγε και ο τελευταίος δισταγμός που με περιτριγύριζε. Κάτι θα ήξερε κι αυτός ο δισταγμός που έφυγε νωρίς, αλλά δεν το ήξερα όμως, εγώ ακόμη.
Έχω μπει λοιπόν, σε ένα χωματόδρομο ανηφορικό όχι και τόσο φιλικό, με το ΝΙΣΣΑΝ ΑΛΜΕΡΑ το μπλε αμαξάκι μου και όλο και ανέβαινα αφήνοντας πίσω μου τον πολιτισμό του νησιού και βλέποντας τώρα πια γύρω μου μόνο χωράφια και θάλασσα.
Κανένα άλλο ίχνος ζωής, παρά μόνο τους μύλους που κινούσε ο αέρας των Κυκλάδων που όλο και μεγάλωναν σε όγκο όσο τους πλησίαζα.
Κι επειδή ο δρόμος δεν ήταν για αμάξια με μηχανή όπως νόμιζα, αλλά για άμαξα με άλογα, εγώ πήγαινα τόσο αργά, μα τόσο αργά που είδα ξάφνου από αριστερά μου να με προσπερνάει ένας νεαρός καβάλα πάνω σε ένα γαϊδούρι.
-Τι κανείς εδώ; με ρωτάει λίγο πριν περάσει μπροστά μου.
-Έχω έρθει από την Αθήνα για ένα γάμο που γίνεται στο νησί σας, του απαντάω, και σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα για να δω τις ομορφιές του.
-Μα καλά, κι εδώ βρήκες να έρθεις; Με ξαναρωτάει. Εδώ και τα γαϊδούρια ζορίζονται να τον διαβούν το δρόμο.
-Ναι, το κατάλαβα αυτό, του λέω δείχνοντας με το βλέμμα μου το ζωντανό. Κι εσύ που πας αδελφέ μου; Είπα να ρωτήσω κι εγώ κάτι τον νεαρό, μην με περάσει για αγενή και άξεστο εμένα τον Αθηναίο.
-Να μωρέ, πάω σα πέρα στα ζα να τα ταΐσω το σανό που είναι φορτωμένο το ζωντανό μου. Σε χαιρετώ, μου λέει, θα σε ξαναδώ στο γυρισμό.
-Μπα, δεν νομίζω ότι θα με προλάβεις, του λέω. Θα έχω φύγει πολύ πιο πριν, του απαντάω με τόση σιγουριά όπως θα έλεγα το όνομά μου, και τον χαιρετώ με περισσή εγκαρδιότητα.
Συνεχίζω τον ανήφορό μου, και όπως είναι λογικό όταν τελειώνει μια ανηφόρα, αρχίζει μια κατηφόρα. Είναι ο νόμος της ζωής αλλά και της εξερεύνησής μου, όπως έδειξαν τα μελλούμενα. Για το νόμο του Μέρφι, δεν είχα ακουστά ακόμα.
Μη μπορώντας να δω τι υπάρχει μετά την ανηφόρα, κατεβαίνω από το αμάξι να κοιτάξω με τα μάτια μου τι υπάρχει μετά. Προχωράω μέχρι εκεί που θα μου αποκαλυπτόταν η συνέχεια του μονοπατιού –γιατί μονοπάτι είχε γίνει πια ο δρόμος- και βλέπω ότι δεν είναι τίποτα ανησυχητικό και μπορώ να συνεχίσω άνετα με το αμάξι. Γυρνάω πίσω για να μπω στο αμάξι, και τι βλέπω; Το αμάξι μου να τσουλάει μόνο του προς τα πίσω.
Το πιστέψατε; Ελάτε, πλάκα κάνω. Αυτά μόνο στις ταινίες συμβαίνουν. Στο «Σωφεράκι» του Γιώργου Τζαβέλλα με το Μίμη Φωτόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη.
Μπαίνω λοιπόν, μέσα και συνεχίζω την πορεία μου κατεβαίνοντας την δική μου κατηφόρα.
Όλο και στένευε ο δρόμος που ίσα- ίσα χωρούσε το αυτοκίνητο πλέον. Δεξιά γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα, αριστερά άλλος γκρεμός που κατέληγε στην ξηρά. Γύρω γύρω δυο γκρεμοί και στη μέση εγώ. Πάλι καλά που δεν με έλεγαν και Μανώλη. Με είχαν αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά οι δυο γκρεμοί, που άρχισα να σκιάζομαι. Ε, ώρα μου ήταν να σκιαχτώ κι εγώ. Συνέχισα για λίγο ακόμη, αλλά ο δρόμος είχε αρχίσει να γίνεται τόσο στενός που θα έλεγες ότι οι δυο δεξιές ρόδες του αμαξιού κρέμονταν στο κενό. Καμία φορά εναλλάσσονταν και με τις αριστερές, δεν έχω παράπονο.
Να σας πω εδώ ότι τους μύλους τους είχα ήδη αφήσει πίσω μου όπως και ένα μικρό εκκλησάκι. Του προφήτη Ηλία θα είναι σκέφτηκα, όπως συνηθίζουν να χτίζουν αυτόν τον προφήτη πάντα στο ψηλότερο σημείο.
Ψηλότερο σημείο; Πόσο ψηλότερο σημείο, δηλαδή;
Μόλις συνειδητοποίησα ότι είχα ανέβει πολύ ψηλά στο βουνό. Νομίζω ότι έφτασε η ώρα να πάρω το δρόμο της επιστροφής, σκέπτομαι.
Πώς όμως; Έλα μου, ντε; Με την όπισθεν; Δεν θα το επιχειρούσα σε τόσο στενό δρομάκι. Αναγκαστικά συνέχισα μπροστά και για καλή μου τύχη βλέπω ένα άνοιγμα του μονοπατιού ώστε να μπορέσω να γυρίσω. Και γυρνάω το αμάξι με πολύ κόπο και τρόμο οφείλω να ομολογήσω, γιατί ένα εκατοστό να έκανα λάθος στο πάτημα του φρένου σε συνδυασμό με το γύρισμα του τιμονιού, θα γινόμουν ο Παραμυθάς που πετάει μαζί με ένα αυτοκίνητο. Κι εγώ δεν φορούσα και το μαγικό του γιλέκο του Παραμυθά.
Γιατί και αυτό το άνοιγμα του δρόμου τσίμα τσίμα ήταν. Άλλωστε η ώρα είχε φτάσει τέσσερις το μεσημέρι και έπρεπε να γυρίσω πίσω να κοιμηθώ λιγάκι για να είμαι φρέσκος στο γάμο της Πίτσας. Ήταν και η κουμπάρα η Αφρούλα που είχα βάλει στόχο στα σχέδια τα βραδινά μου. Έπρεπε λοιπόν, να ήμουν σε φόρμα με δέρμα έφηβου και μάτι λαμπερό και διαυγές.
Θα αναστέναζαν τα φιλέτα και τα αγγουράκια στη μούρη μου, το απόγευμα πριν πάω στο γάμο.
Ανακουφισμένος που κατάφερα να γυρίσω το αμάξι με την αντίθετη φορά, παίρνω το δρόμο της επιστροφής.
Και λίγο μετά, τι βλέπω μπρος μου; Μα, μια ανηφόρα.
Ω, ναι! Ήταν η γνωστή μου προηγούμενη κατηφόρα που τώρα θα την γνώριζα από την άλλη της πλευρά. Από την ανάποδη, που λέγαμε πριν.
Πως λέμε η άλλη πλευρά της ζωής; Ε, αυτή ήταν η άλλη πλευρά της κατηφόρας.
Άνετος εγώ, αρχίζω να την ανεβαίνω και είκοσι μετρά πριν φτάσω στο τελείωμά της για να αντικρύσω το επιθυμητό ίσωμα, ουπς! Ακούω τις πίσω ρόδες να στριγγλίζουν, να γυρνάνε στο χώμα πετώντας πέτρες τριγύρω, χωρίς να μετακινείται το αμάξι μπροστά. Το αντίθετο μάλιστα. Ένιωθα ότι κυλούσε το αμάξι πίσω.
Τι έγινε ρε παιδιά; Με έπαιρνε η κατηφόρα πίσω λίγο - λίγο. Πατώ φρένο, τραβώ χειρόφρενο και επιχειρώ να ξεκινήσω πάλι μπροστά. Παίζει το πόδι με συμπλέκτη, γκάζι αφήνοντας λίγο - λίγο το χειρόφρενο. Και εκεί που έδειχνε ότι πάει να προχωρήσει το αμάξι, πάλι οι ρόδες άρχιζαν να γυρίζουν μόνες τους χωρίς να έχουν σκοπό να κινήσουν το αμάξι. Μονό πίσω πήγαινε το άτιμο χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Μα μπροστά με τίποτα.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι δεν θα προλάβω να συναντήσω και την Αφρούλα την κουμπάρα. Και δεν την είχα γνωρίσει ποτέ μου ως τώρα.
Τι καημός κι αυτός, εν μέσω δυο γκρεμών.
Κατεβαίνω από το αμάξι παίρνω από τριγύρω πέτρες, τις βάζω κάτω από τις ρόδες να γεμίσω το κενό που είχαν κάνει στο έδαφος γυρίζοντας χωρίς αποτέλεσμα πριν, ώστε να ξαναπροσπαθήσω να προχωρήσω. Κάνω πάλι προσπάθεια να ξεκινήσω, εις μάτην, όμως. Οι ρόδες γύριζαν πετώντας τις πέτρες μακριά και βουλιάζοντας το αμάξι όλο και πιο βαθειά στο έδαφος. Το προσπάθησα άλλες τρεις φορές και το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο. Οι πέτρες έφευγαν, αλλά το αμάξι έμενε πιστό στις συντεταγμένες της ακινησίας του.
Παίρνω με το κινητό μου την ξαδέρφη μου την Ελενίτσα και της λέω τα καθέκαστα.
-Τιιιιιιιι;;;; Και ο γαμος;;;; με ρωτάει
-Ποιος γάμος;;; Η Αφρούλα!!!
-Ποια Αφρούλα;;;
-Μα η κουμπάρα βρε Ελενίτσα!!!
-Εχεις και την Αφρούλα μαζί σου;;;
-Όχι, αλλά πολύ θα ήθελα να την έχω μετά το γάμο, στο κρεβάτι μαζί μου!!
-Εδώ ο κόσμος χάνεται…. Α, ξέρεις Σωκράτη, χάλασε και το αμάξι της νύφης!
-Ναι, τους είδα πριν φτάσω εδώ, της απαντάω.
-Που έχεις μείνει επιτέλους; Με ρωτάει γεμάτη αγωνία η ξαδερφούλα μου.
-Είμαι ακριβώς έξω από του Μπακάκου στην Ομόνοια.
-Θα μου πεις επιτέλους ή θα σου κλείσω το τηλέφωνο να σε φάνε τα τσακάλια;
-Δεν ξέρω ακριβώς, ξαδερφούλα μου.
-Τι βλέπεις μπροστά σου;
-Το αμάξι μου βλέπω μπροστά μου και την αγχωμένη φάτσα μου που καθρεφτίζεται στο τζάμι της πόρτας του αυτοκίνητου.
-Καιγόμαστε, Σωκράτη , μου θυμίζει η Ελενίτσα.
-Άκου να σου πω τι βλέπω τριγύρω, λοιπόν. Στα δεξιά μου βλέπω θάλασσα και ένα καράβι της ‘’μούγκαφον’’ που περνάει. Και δεξιά μου βλέπω χωράφια. Πολλά χωράφια, Ελενίτσα μου. Μονό χωράφια και πέτρες, βλέπω. Επίσης, έχω μπροστά μου ένα εκκλησάκι, βλέπω και τους ενεργειακούς μύλους.
Α, βλέπω και τον Χριστό φαντάρο, αλλά αστό αυτό, μη δίνεις σημασία. Από την πληρέστατη περιγραφή μου μπορείς να καταλάβεις σε ποια οδό είμαι;
-Είσαι στην οδό Βλακείας αριθμό 5. Θα πάρεις κι άλλα πέντε από μένα μόλις σε δω μπροστά μου. Ησύχασες τώρα;
Μα πως μου μιλάει έτσι αυτό το κορίτσι; Έχει χάρη που είναι μεγαλύτερη μου και τη σέβομαι. Στα γόνατα της με μεγάλωσε.
-Περίμενε να ρωτήσω εδώ τριγύρω κάνα ντόπιο μπας και βρούμε καμία άκρη πού να βρίσκεσαι τώρα, μου ξαναλέει η Ελενίτσα.
Με παίρνει πίσω μετά από πέντε λεπτά που μου φάνηκαν πέντε μέρες. Αυτός ο αριθμός έχει αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Και τα δάχτυλα του φάσκελου, πέντε είναι. Επιτέλους, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Ελενίτσα.
-Το μέρος δεν το ξέρει κανείς εδώ, μου λέει η ξαδέρφη μου. Με τα πολλά βρήκαμε ένα γεράκο που απόρησε πως κατάφερες κι έφτασες μέχρις εκεί. Η εκκλησιά που βλέπεις είναι ο προφήτης-Ηλίας Εκεί, μας είπε, ούτε τα γαϊδούρια δεν μπορούν να πάνε, κι εσύ πηγές με αυτοκίνητο; Τρελός θα είσαι ή πόντιος.
-Το δεύτερο είμαι σίγουρα όπως ξέρεις, αλλά στο θέμα του γαϊδουριού κάνει τεράστιο λάθος πες του. Πριν λίγο με προσπέρασε ένα γαϊδούρι. Άρα γαϊδούρια, πάνε. Δεν ξέρει τι λέει ο παππούλης, προσπάθησα να βγω κι εγώ από πάνω.
Και αφού μου απέκλεισε το ενδεχόμενο να έρθει κάποιος από εκεί να με πάρει πριν το γάμο, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν και τα δυο συμβάντα, και στην περίπτωση αυτή ο γάμος ήταν το σημαντικότερο γεγονός, μου είπε ότι μετά το γάμο θα φροντίσουν να έρθουν να με τραβήξουν με το τζιπάκι που είχαν ήδη ξεκολλήσει από την άμμο το πρωί.
-Κράτα μου και μια μπομπονιέρα, Ελενίτσα μου!
-Τι να σου πω τώρα; Δεν τρώγεσαι, πια!
Και μόλις τελείωνα την συνομιλία με την ξαδέρφη μου, ακούω να επιστρέφει ο νεαρός κτηνοτρόφος καβάλα στο γαϊδούρι του.
-Τι έγινε αδελφέ; Δεν θα πας στο γάμο;
-Κόλλησε το αμάξι αγαπητέ μου, και όχι απλά θα χάσω το γάμο, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα συναντήσω και την Αφρούλα.
-Ποια Αφρούλα; Ξέρεις, έχω μια γίδα που τη φωνάζω Αφρούλα!
-Άσε θα σου εξηγήσω μετά. Έχεις καμία ιδέα να ξεκολλήσω από δω;
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, έκανα πως σκεφτόμουν κι εγώ μαζί του για να μην νιώθει μόνος με τις σκέψεις του και καταλήγουμε να ξαναβάλουμε πέτρες κάτω από τις ρόδες του αυτοκίνητου ώστε αυτός να κάτσει πάνω στο καπό σάμπως και δώσουμε βάρος στο μπροστινό σύστημα και ξεκολλήσει το άτιμο το αμάξι.
Και ξεκινάμε όλο ελπίδα να εφαρμόσουμε την ιδέα που είχαμε.
Την ιδέα την εφαρμόσαμε… μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Την ξανά-εφαρμόσαμε … μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Την ξανά-μανά-εφαρμόσαμε … μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Τα παρατήσαμε κι αυτό συνέχισε να είναι κολλημένο. Κι άλλο αμάξι με προσωπικότητα μας βρήκε, σκέφτηκα.
-Άκου να δεις, μου λέει ο νεαρός βοσκός. Ο πατέρας μου έχει δικό του τρακτέρ αλλά τώρα λείπει γιατί έχει πάει στη Σίφνο να οργώσει κάτι κτήματα που έχουμε εκεί και θα έρθει σε καμία ώρα με το καράβι.
-Μπα; Πιάνει καράβι εδώ πάνω στο βουνό; Τον ρωτάω από τη σαστιμάρα μου κι εγώ.
-Τι λες αδελφέ μου; Στο λιμάνι θα πιάσει και θα τον πω να έρθει να σε βρει.
-Μήπως θα φέρει και τις θείες από τη Σίφνο; ρωτάω πάλι με τη βλακεία που φέρνει ο πανικός.
-Ποιες θείες από τη Σίφνο; Εγώ μόνο τη θεία από το Σικάγο ξέρω, που έδειξε χθες η τηλεόραση, μου απαντάει.
-Άντε φίλε, σε αφήνω τώρα και πάω στο λιμάνι να τον περιμένω και να έρθουμε να σε βρούμε, μου λέει όλο συμπόνια ο βοσκός.
Και καβαλάει το ζωντανό και αρχίζει να απομακρύνεται.
Από την αγωνία μου, μου φαινόταν ότι πήγαινε τόσο αργά το ζωντανό, λες και είχε πιάσει κουβέντα με ένα σαλιγκάρι και τα έλεγαν περπατώντας στην πλατεία του χωριού.
Μπαίνω κι εγώ στο αμάξι και περιμένω, μην έχοντας κάτι άλλο να κάνω. Η ώρα είχε φτάσει πέντε και μισή και στις έξι η Αφρούλα θα άρχισε να αλλάζει τα στέφανα στους μελλοντικούς συζύγους. Κι εγώ αντί να κοιτάζω την Αφρούλα, θα περνούσα αξέχαστα με τη συντροφιά ενός τρακτέρ και ενός βοσκού. Αν έρχονταν, βέβαια.
Κι αν δεν έρχονταν ποτέ;
Κι αν ξεχνούσε να του το πει του πάτερα του;
Κι αν το τρακτέρ δεν είχε καύσιμα;
Κι αν δεν έβρισκαν ξανά το δρόμο;
Κι αν…
Κι αν…
Κι αν…
Και στην τόση ησυχία που επικρατούσε εκεί, ακούω τη μηχανή του τρακτέρ.
Μέχρι και τον ινδιάνο έκανα και έβαλα το αυτί μου στο χώμα για να σιγουρευτώ ότι έρχονται.
Και βλέπω επιτέλους το τρακτέρ να πλησιάζει.
-Τι έγινε βρω πατριώτη; ρωτάει ο πατέρας του παιδιού. Που το ανακάλυψες αυτό το μέρος;
-Άσε ξέρω, μη μου πεις. Μόνο γαϊδούρια έρχονται εδώ, τον πρόλαβα.
-Ακριβώς, μου λέει.
-Και δίποδα καμιά φορά, του απαντάω εγώ.
-Εμ, δεν ήθελα να πω αυτό.
-Άσε το λέω εγώ, να σε βγάλω από τη δύσκολη θέση.
Γυρίζει το τρακτέρ, το φέρνει με την όπισθεν κοντά στο αμάξι μου, βγάζει τα σκοινά, τα δένουμε στον κρίκο της ρυμούλκησης του αυτοκινήτου, μπαίνω μέσα και αρχίζει να τραβάει.
Στην πρώτη προσπάθεια, μουλάρωσε και δεν σάλεψε το αμάξι μου…
Στη δεύτερη προσπάθεια, το τρακτέρ σηκώθηκε στις δυο μπροστινές ρόδες…
Αναρωτιόταν ο μπαμπάς του νεαρού βοσκού, ξύνοντας το κεφάλι του και κοιτώντας προς το μέρος μου απορημένος…
Τι να πω; Δεν ξέρω, του γνέφω ανασηκώνοντας ταυτόχρονα τους ώμους μου.
Στην τρίτη προσπάθεια, επιτέλους κουνήθηκε το αμάξι. Μόλις είχα λύσει το χειρόφρενο, αλλά τι να του έλεγα; Ότι το είχα δεμένο; Να με περάσει και για ηλίθιο;
Και με τράβηξε μέχρι το ίσωμα. Χαμός στο ίσωμα, που λένε!!!
Αφού ευχαρίστησα μπαμπά, γιο και γάιδαρο και έδωκα ένα μπαξίσι στον γιο, μην με περάσουν και για τσιγκούνη, όχι ότι δεν είμαι, αλλά ένεκα η εξυπηρέτησις, ξεκίνησα με την ψυχή στο στόμα να προλάβω το γάμο αλλά και την κουμπάρα. Δεν λέω όνομα, το μάθατε τώρα πια, φαντάζομαι. Την Αφρούλα. Το έγραψα, δεν άντεξα.
Η ώρα είχε φτάσει έξι το απόγευμα. Ούτε κι εγώ ήξερα πώς πήγαινα στους δρόμους της Κύθνου να προλάβω να φτάσω στο γάμο.
Φτάνω στο δωμάτιο, κάνω μπάνιο και ντύνομαι. Τι φόρεσα ένας θεός το ξέρει. Αφού δεν φόρεσα από τη βιασύνη μου και τα τσόκαρα της ξαδέρφης μου, πάλι καλά. Πάντως φιλετάκια στη μούρη μου δεν πρόλαβα να βάλω για να τη φρεσκάρω.
Και φτάνω στην εκκλησιά.
Έξι και είκοσι πέντε λεπτά.
Ευτυχώς η νύφη έκανε τα τσαλίμια της στον γαμπρό και είχε καθυστερήσει. Με το που φτάνω όλοι γυρνάμε έκπληκτοι. Α, να και οι χαμένες θείες της Σίφνου- και με κοιτάνε με απορία στα μάτια, που έλεγαν σιωπηλά ‘’μα που πήγες και έμπλεξες, Σωκράτη; Ντιπ μυαλό;’’
Το βλέμμα της Ελενίτσας της ξαδέρφης, απέφυγα να το συναντήσω.
Σηκώνω του ώμους, και γυρνώ το βλέμμα μου στην είσοδο της εκκλησιάς που εκείνη τη στιγμή έμπαινε η νύφη για να αρχίσει το μυστήριο του γάμου.
Και νιώθω ένα βλέμμα να είναι καρφωμένο πάνω μου. Γυρνώντας να εντοπίσω από που έρχεται αυτό το βλέμμα, βλέπω δυο καταγάλανα μάτια να με κοιτάζουν με ιδιαίτερη συμπάθεια. Μέχρι να αντιληφθώ τι γίνεται, αισθάνομαι ένα χέρι στην πλάτη και μια φωνή να μου λέει, ‘’γεια σου Σωκράτη, είμαι η Αφρούλα’’. ‘’Γεια σου Αφρούλα, είμαι ο γάιδαρος. Χμ, ο Σωκράτης θέλω να πω’’.
Μου χαμογελάσει με νόημα και γυρίζει να πάει προς το μέρος που είχαν πάρει θέση η νύφη και ο γαμπρός για να κάνει το χρέος της ως κουμπάρα.
Τελικά, η ξαδέρφη μου η Ελενίτσα είχε φροντίσει το θέμα Αφρούλα, όσο εγώ ήμουν χαμένος εις το βουνό ψηλά εκεί.
Την Αφρούλα τελικά την βρήκα. Τον κατσικοπόδαρο όμως, δεν τον βρήκα ποτέ.-
Χρονολογία συγγραφής: 2012
Συγγραφή - κείμενα: Σωκράτης Σημαιοφορίδης
www.SokratesDrankThePontium.gr
"Ο Δίδυμος Της Συμφοράς!"
Διηγήματα αυτοβιογραφικά, πραγματικών γεγονότων, φανταστικών ερώτων
και αληθινής φαντασίας. Είναι ευνόητο ότι τα ονόματα των προσώπων
δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Λογικό!
Γιατί ΕΓΩ είμαι ο Δίδυμος, ΕΓΩ ο Σωκράτης, ΕΓΩ ο Πρωταγωνιστής,
ΕΓΩ ο Αναγνωρίσιμος, ΕΓΩ ο Νάρκισσος, ΕΓΩ ο Πόντιος,
ΕΓΩ ο Μετριόφρων, και ΕΓΩ ο Εγωιστής.
Όλα τα υπόλοιπα, όπως εγώ, γεγονότα, συνταγές μαγειρικής, ζώδια, δίδυμοι,
τρίδυμοι, ωροσκόποι, καιροσκόποι, μετεωρολόγοι, μετεωρολογικά φαινόμενα,
χρώματα ματιών, χρώματα μαλλιών, χρώματα κατά της σκουριάς,
χρώματα παλ και secam, ψηφιακοί δέκτες αλλά και ό,τι άλλο αναγράφεται
στις ιστορίες, ανταποκρίνονται πλήρως στην ωμή, σκληρή και ερεθιστική
πραγματικότητα της ζωής. Αφού τα έζησα, κάθισα και τα έγραψα!
Κουράγιο, φίλοι μου...
ΣΗΜ.: Τα διηγήματα είναι κατοχυρωμένα
σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία
για τα πνευματικά δικαιώματα.
Όταν είσαι στα είκοσι, το αίμα σου βράζει για διαφόρου είδους εξερευνήσεις ώστε να αποκτήσεις κι εσύ τις εμπειρίες που θα διηγείσαι στα παιδιά σου, όταν κάποτε κανείς.
Όταν εγώ κάποτε έφτασα στα τριάντα, το αίμα μου συνέχιζε να βράζει. Φαίνεται θα είχα ξεχάσει το μάτι της κουζίνας ανοιχτό εδώ και μια δεκαετία και το ανακάλυψα πάνω σε ένα βουνό της Κύθνου. Όχι το μάτι, αλλά το βρασμένο αίμα μου.
Εν έτη, λοιπόν 2000, στο γνωστό μιλένιουμ που μας είχαν πρήξει τα νεφρά τότε, λαμβάνω ένα προσκλητήριο γάμου. Παντρεύεται έγραφε η Πίτσα με τον Θανάση, του τάδε σογιού η μια, του δείνα σογιού ο άλλος, με κουμπάρα την Αφρούλα -αυτό το συγκράτησα- και ό,τι άλλα γλυκανάλατα γράφουν σε τέτοιου είδους προσκλητήρια.
Έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα γνωρίσει αυτήν την Πίτσα, γιατί τον Θανάση σίγουρα δεν το είχα γνωρίσει πουθενά ως τότε, αλλά ούτε και την κουμπάρα την Αφρούλα. Και ως εκ θαύματος χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη φωνή της ξαδέρφης μου της Ελενίτσας να με ενημερώνει ότι η Πίτσα είναι η δεύτερη ξαδέρφη του νυν συζύγου της (είχε και πρώην σύζυγο η ξαδέρφη μου, άλλα ποιος τον θυμάται αυτόν τώρα πια).
-Και μένα τι με θέλει βρε Ελενίτσα στο γάμο της, ρωτάω όλο απορία την ξαδέρφη μου. Με έχει δει ποτέ της αυτή η Πίτσα;
-Φυσικά, Σωκράτη και σε έχει δει. Σε έχει δει στο δεύτερο γάμο μου…
-…Και θεώρησε ευγενικό ότι πρέπει να με βάλει στα έξοδα αυτής της ρημαδολίστας γάμου άλλα και του εν πλω ταξιδίου μέχρι την Κύθνο.
Ήθελε βλέπεις και παραδοσιακό γάμο η νυφίτσα…. Χμ, η νυφούλα ήθελα να πω!!!
Κλείνουμε εισιτήριο με το γνωστό πλοίο της γραμμής. Γνωστό, για τους Κυθναίους ήταν το πλοίο. Για μένα ήταν παντελώς άγνωστο. Έλα να πάμε στο νησί η μάνα σου εγώ κι εσύ, όπως και με όλο το σόι της νύφης και του γαμπρού που συναντήσαμε στο πλοίο που πήγαιναν κι αυτοί στο γάμο. Εγώ είχα πάρει και το δικό μου αυτοκίνητο για τις εκεί μετακινήσεις με την ξαδέρφη μου. Έτσι πίστευα, ότι θα είχαμε και χρόνο να κάνουμε και τις βόλτες μας στο νησί της Κύθνου.
-Α, να και οι θείες του γαμπρού, μου λέει κάποια στιγμή η Ελενίτσα.
-Κι εγώ τι φταίω; της απαντάω με διάχυτο το ενδιαφέρον για αυτή την άχρηστη πληροφορία της ξαδέρφης μου. Τελικά αποδείχτηκε όχι και τόσο άχρηστη πληροφορία, γιατί όταν το καράβι έπιασε όχι πάτο αλλά στο λιμάνι της Κύθνου και κατεβήκαμε όλοι από αυτό, όταν μετρηθήκαμε στην προβλήτα, ανακαλύψαμε ότι έλειπαν οι θείες του γαμπρού. Για κάποιο λόγο δεν κατέβηκαν μαζί μας και συνέχιζαν για την Σίφνο χωρίς να το ξέρουν. Ε, κάποιος άλλος γάμος θα γινόταν εκεί και δεν θα έβγαιναν χαμένες από τα κουφέτα που θα έτρωγαν.
Τις είδαμε στο κατάστρωμα του πλοίου όταν αυτό ήδη είχε αρχίσει να απομακρύνεται από το λιμάνι, να μας κουνάνε τα μαντήλια στα χέρια λες και έφευγαν για την Αυστραλία να βρουν γαμπρό.
Είχαμε φτάσει κατά τις έντεκα το πρωί στην Κύθνο της Παναγίας της Κανάλας και ο γάμος θα λάβαινε χώρα στις έξι το απόγευμα. Είχαμε μήνα Ιούνιο λίγο πριν τα γενέθλια μου. Επτά ολόκληρες ώρες να απολαύσουμε τις χάρες του νησιού πριν το βαρυσήμαντο γεγονός του γάμου. Και αφού αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στην κοντινότερη παραλία.
Με το αμάξι μου εγώ, και άλλη μια παρέα με το δικό της αυτοκίνητο, ένα 4Χ4 όπως συνηθίζεται να λένε αυτού του είδους τα αυτοκίνητα με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Αν και κατά την ταπεινή μου άποψη, 2Χ2 πρέπει να τα ονομάζουνε και όχι 4Χ4. Τέσσερις τροχούς έχουν, όχι δεκάξι. Αλλά δεν θα το λύσω τώρα αυτό το ζήτημα. Μπορεί να περιμένει άμα τη επιστροφή μου από το νησί.
Κάναμε το μπανάκι μας και όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε και να πάρουμε τα αυτοκίνητα μας, το αυτοκίνητο της άλλης παρέας είχε δική του προσωπικότητα και αποφάσισε να μείνει κι άλλο στην παραλία. Είχε κολλήσει βλέπεις στην άμμο και δεν ήθελε να ξεκολλήσει με τίποτα. Το πρόδωσε το 4Χ4. Άτιμη τεχνολογία.
Βλέποντας ότι περνάει η ώρα και εγώ δεν θα προλάβαινα να κάνω ούτε μια γύρα στο νησί για να το γνωρίσω και από την καλή και από την ανάποδη, και εφόσον δεν χρειάζονταν την βοήθειά μου εκεί, τους ανακοινώνω ότι θα πάρω το καπελάκι μου αλλά και το αμαξάκι μου και θα τραβήξω το διάβα μου για να γνωρίσω το νησί της Κύθνου.
Βάζω μπρος και ξεκινάω. Παίρνω τον πρώτο δρόμο που βλέπω και μόλις στρίβω, να και ένα αμάξι ξεσκέπαστο και στολισμένο με άνθη και κορδέλες που είχε σταματήσει στην άκρη γιατί είχε μείνει από βλάβη. Ε, τι να κάνω είπα να ρωτήσω κι εγώ από ευγένεια μήπως θέλουν κάποια βοήθεια.
Όχι ευχαριστούμε έχουμε καλέσει μάστορη από το συνεργείο, μου λένε ευγενέστατοι οι επιβάτες του που είχαν κατεβεί από το αυτοκίνητο και είχαν ανοίξει το καπό και το περιεργάζονταν σαν τον ασθενή στο κρεβάτι του νοσοκομείου που τον κοιτάνε δέκα γιατροί και ο καθένας τρίβει το σαγόνι του και μουρμουρίζει με τον στόμφο του ειδικού ‘’μμμμμμμ’’.
-Είστε για το γάμο της Πίτσας; τους ρωτάω.
-Ναι, και αυτό είναι το αμάξι που θα πάει τη νύφη στην εκκλησία αλλά έμεινε από δίσκο.
-Ποιο δίσκο; Του Γιάννη Πάριου;
Δεν είδα να ανταποκρίθηκαν στο… πετυχημένο μου αστείο, τους χαιρετώ ευγενικά και συνεχίζω το δρόμο μου, ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι στιγμής συμβάντα:
Χάσαμε τις θείες, κόλλησε το αμάξι στην άμμο και τέλος(;) έπαθε βλάβη το αμάξι της νύφης. Ωραία σκέφτομαι, τρίτωσε το κακό και δεν θα έχουμε άλλες εκπλήξεις. Ας συνεχίσω με την ησυχία μου τη βόλτα για άλλες πολιτείες και κυθνέικες μάλιστα.
Προς τα που να πάω; Που να πάω; Βλέπω πέρα μακριά ψηλά σε ένα βουνό, μερικούς μύλους ηλεκτρικής ενέργειας. Ε, να, εκεί θα πάω για να βλέπω και όλο το νησί πιάτο από κάτω μου. Φοβερή εμπειρία. Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω όπως γράφουν και στα παραμύθια, τελειώνει κάποια στιγμή και η άσφαλτος, αρχίζει ο χωματόδρομος και συνεχίζω εγώ. Στην αρχή διστακτικά έχοντας μπροστά μου μια άγνωστη διαδρομή, και μετά ξεθαρρεύοντας αφού έφυγε και ο τελευταίος δισταγμός που με περιτριγύριζε. Κάτι θα ήξερε κι αυτός ο δισταγμός που έφυγε νωρίς, αλλά δεν το ήξερα όμως, εγώ ακόμη.
Έχω μπει λοιπόν, σε ένα χωματόδρομο ανηφορικό όχι και τόσο φιλικό, με το ΝΙΣΣΑΝ ΑΛΜΕΡΑ το μπλε αμαξάκι μου και όλο και ανέβαινα αφήνοντας πίσω μου τον πολιτισμό του νησιού και βλέποντας τώρα πια γύρω μου μόνο χωράφια και θάλασσα.
Κανένα άλλο ίχνος ζωής, παρά μόνο τους μύλους που κινούσε ο αέρας των Κυκλάδων που όλο και μεγάλωναν σε όγκο όσο τους πλησίαζα.
Κι επειδή ο δρόμος δεν ήταν για αμάξια με μηχανή όπως νόμιζα, αλλά για άμαξα με άλογα, εγώ πήγαινα τόσο αργά, μα τόσο αργά που είδα ξάφνου από αριστερά μου να με προσπερνάει ένας νεαρός καβάλα πάνω σε ένα γαϊδούρι.
-Τι κανείς εδώ; με ρωτάει λίγο πριν περάσει μπροστά μου.
-Έχω έρθει από την Αθήνα για ένα γάμο που γίνεται στο νησί σας, του απαντάω, και σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα για να δω τις ομορφιές του.
-Μα καλά, κι εδώ βρήκες να έρθεις; Με ξαναρωτάει. Εδώ και τα γαϊδούρια ζορίζονται να τον διαβούν το δρόμο.
-Ναι, το κατάλαβα αυτό, του λέω δείχνοντας με το βλέμμα μου το ζωντανό. Κι εσύ που πας αδελφέ μου; Είπα να ρωτήσω κι εγώ κάτι τον νεαρό, μην με περάσει για αγενή και άξεστο εμένα τον Αθηναίο.
-Να μωρέ, πάω σα πέρα στα ζα να τα ταΐσω το σανό που είναι φορτωμένο το ζωντανό μου. Σε χαιρετώ, μου λέει, θα σε ξαναδώ στο γυρισμό.
-Μπα, δεν νομίζω ότι θα με προλάβεις, του λέω. Θα έχω φύγει πολύ πιο πριν, του απαντάω με τόση σιγουριά όπως θα έλεγα το όνομά μου, και τον χαιρετώ με περισσή εγκαρδιότητα.
Συνεχίζω τον ανήφορό μου, και όπως είναι λογικό όταν τελειώνει μια ανηφόρα, αρχίζει μια κατηφόρα. Είναι ο νόμος της ζωής αλλά και της εξερεύνησής μου, όπως έδειξαν τα μελλούμενα. Για το νόμο του Μέρφι, δεν είχα ακουστά ακόμα.
Μη μπορώντας να δω τι υπάρχει μετά την ανηφόρα, κατεβαίνω από το αμάξι να κοιτάξω με τα μάτια μου τι υπάρχει μετά. Προχωράω μέχρι εκεί που θα μου αποκαλυπτόταν η συνέχεια του μονοπατιού –γιατί μονοπάτι είχε γίνει πια ο δρόμος- και βλέπω ότι δεν είναι τίποτα ανησυχητικό και μπορώ να συνεχίσω άνετα με το αμάξι. Γυρνάω πίσω για να μπω στο αμάξι, και τι βλέπω; Το αμάξι μου να τσουλάει μόνο του προς τα πίσω.
Το πιστέψατε; Ελάτε, πλάκα κάνω. Αυτά μόνο στις ταινίες συμβαίνουν. Στο «Σωφεράκι» του Γιώργου Τζαβέλλα με το Μίμη Φωτόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη.
Μπαίνω λοιπόν, μέσα και συνεχίζω την πορεία μου κατεβαίνοντας την δική μου κατηφόρα.
Όλο και στένευε ο δρόμος που ίσα- ίσα χωρούσε το αυτοκίνητο πλέον. Δεξιά γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα, αριστερά άλλος γκρεμός που κατέληγε στην ξηρά. Γύρω γύρω δυο γκρεμοί και στη μέση εγώ. Πάλι καλά που δεν με έλεγαν και Μανώλη. Με είχαν αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά οι δυο γκρεμοί, που άρχισα να σκιάζομαι. Ε, ώρα μου ήταν να σκιαχτώ κι εγώ. Συνέχισα για λίγο ακόμη, αλλά ο δρόμος είχε αρχίσει να γίνεται τόσο στενός που θα έλεγες ότι οι δυο δεξιές ρόδες του αμαξιού κρέμονταν στο κενό. Καμία φορά εναλλάσσονταν και με τις αριστερές, δεν έχω παράπονο.
Να σας πω εδώ ότι τους μύλους τους είχα ήδη αφήσει πίσω μου όπως και ένα μικρό εκκλησάκι. Του προφήτη Ηλία θα είναι σκέφτηκα, όπως συνηθίζουν να χτίζουν αυτόν τον προφήτη πάντα στο ψηλότερο σημείο.
Ψηλότερο σημείο; Πόσο ψηλότερο σημείο, δηλαδή;
Μόλις συνειδητοποίησα ότι είχα ανέβει πολύ ψηλά στο βουνό. Νομίζω ότι έφτασε η ώρα να πάρω το δρόμο της επιστροφής, σκέπτομαι.
Πώς όμως; Έλα μου, ντε; Με την όπισθεν; Δεν θα το επιχειρούσα σε τόσο στενό δρομάκι. Αναγκαστικά συνέχισα μπροστά και για καλή μου τύχη βλέπω ένα άνοιγμα του μονοπατιού ώστε να μπορέσω να γυρίσω. Και γυρνάω το αμάξι με πολύ κόπο και τρόμο οφείλω να ομολογήσω, γιατί ένα εκατοστό να έκανα λάθος στο πάτημα του φρένου σε συνδυασμό με το γύρισμα του τιμονιού, θα γινόμουν ο Παραμυθάς που πετάει μαζί με ένα αυτοκίνητο. Κι εγώ δεν φορούσα και το μαγικό του γιλέκο του Παραμυθά.
Γιατί και αυτό το άνοιγμα του δρόμου τσίμα τσίμα ήταν. Άλλωστε η ώρα είχε φτάσει τέσσερις το μεσημέρι και έπρεπε να γυρίσω πίσω να κοιμηθώ λιγάκι για να είμαι φρέσκος στο γάμο της Πίτσας. Ήταν και η κουμπάρα η Αφρούλα που είχα βάλει στόχο στα σχέδια τα βραδινά μου. Έπρεπε λοιπόν, να ήμουν σε φόρμα με δέρμα έφηβου και μάτι λαμπερό και διαυγές.
Θα αναστέναζαν τα φιλέτα και τα αγγουράκια στη μούρη μου, το απόγευμα πριν πάω στο γάμο.
Ανακουφισμένος που κατάφερα να γυρίσω το αμάξι με την αντίθετη φορά, παίρνω το δρόμο της επιστροφής.
Και λίγο μετά, τι βλέπω μπρος μου; Μα, μια ανηφόρα.
Ω, ναι! Ήταν η γνωστή μου προηγούμενη κατηφόρα που τώρα θα την γνώριζα από την άλλη της πλευρά. Από την ανάποδη, που λέγαμε πριν.
Πως λέμε η άλλη πλευρά της ζωής; Ε, αυτή ήταν η άλλη πλευρά της κατηφόρας.
Άνετος εγώ, αρχίζω να την ανεβαίνω και είκοσι μετρά πριν φτάσω στο τελείωμά της για να αντικρύσω το επιθυμητό ίσωμα, ουπς! Ακούω τις πίσω ρόδες να στριγγλίζουν, να γυρνάνε στο χώμα πετώντας πέτρες τριγύρω, χωρίς να μετακινείται το αμάξι μπροστά. Το αντίθετο μάλιστα. Ένιωθα ότι κυλούσε το αμάξι πίσω.
Τι έγινε ρε παιδιά; Με έπαιρνε η κατηφόρα πίσω λίγο - λίγο. Πατώ φρένο, τραβώ χειρόφρενο και επιχειρώ να ξεκινήσω πάλι μπροστά. Παίζει το πόδι με συμπλέκτη, γκάζι αφήνοντας λίγο - λίγο το χειρόφρενο. Και εκεί που έδειχνε ότι πάει να προχωρήσει το αμάξι, πάλι οι ρόδες άρχιζαν να γυρίζουν μόνες τους χωρίς να έχουν σκοπό να κινήσουν το αμάξι. Μονό πίσω πήγαινε το άτιμο χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Μα μπροστά με τίποτα.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι δεν θα προλάβω να συναντήσω και την Αφρούλα την κουμπάρα. Και δεν την είχα γνωρίσει ποτέ μου ως τώρα.
Τι καημός κι αυτός, εν μέσω δυο γκρεμών.
Κατεβαίνω από το αμάξι παίρνω από τριγύρω πέτρες, τις βάζω κάτω από τις ρόδες να γεμίσω το κενό που είχαν κάνει στο έδαφος γυρίζοντας χωρίς αποτέλεσμα πριν, ώστε να ξαναπροσπαθήσω να προχωρήσω. Κάνω πάλι προσπάθεια να ξεκινήσω, εις μάτην, όμως. Οι ρόδες γύριζαν πετώντας τις πέτρες μακριά και βουλιάζοντας το αμάξι όλο και πιο βαθειά στο έδαφος. Το προσπάθησα άλλες τρεις φορές και το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο. Οι πέτρες έφευγαν, αλλά το αμάξι έμενε πιστό στις συντεταγμένες της ακινησίας του.
Παίρνω με το κινητό μου την ξαδέρφη μου την Ελενίτσα και της λέω τα καθέκαστα.
-Τιιιιιιιι;;;; Και ο γαμος;;;; με ρωτάει
-Ποιος γάμος;;; Η Αφρούλα!!!
-Ποια Αφρούλα;;;
-Μα η κουμπάρα βρε Ελενίτσα!!!
-Εχεις και την Αφρούλα μαζί σου;;;
-Όχι, αλλά πολύ θα ήθελα να την έχω μετά το γάμο, στο κρεβάτι μαζί μου!!
-Εδώ ο κόσμος χάνεται…. Α, ξέρεις Σωκράτη, χάλασε και το αμάξι της νύφης!
-Ναι, τους είδα πριν φτάσω εδώ, της απαντάω.
-Που έχεις μείνει επιτέλους; Με ρωτάει γεμάτη αγωνία η ξαδερφούλα μου.
-Είμαι ακριβώς έξω από του Μπακάκου στην Ομόνοια.
-Θα μου πεις επιτέλους ή θα σου κλείσω το τηλέφωνο να σε φάνε τα τσακάλια;
-Δεν ξέρω ακριβώς, ξαδερφούλα μου.
-Τι βλέπεις μπροστά σου;
-Το αμάξι μου βλέπω μπροστά μου και την αγχωμένη φάτσα μου που καθρεφτίζεται στο τζάμι της πόρτας του αυτοκίνητου.
-Καιγόμαστε, Σωκράτη , μου θυμίζει η Ελενίτσα.
-Άκου να σου πω τι βλέπω τριγύρω, λοιπόν. Στα δεξιά μου βλέπω θάλασσα και ένα καράβι της ‘’μούγκαφον’’ που περνάει. Και δεξιά μου βλέπω χωράφια. Πολλά χωράφια, Ελενίτσα μου. Μονό χωράφια και πέτρες, βλέπω. Επίσης, έχω μπροστά μου ένα εκκλησάκι, βλέπω και τους ενεργειακούς μύλους.
Α, βλέπω και τον Χριστό φαντάρο, αλλά αστό αυτό, μη δίνεις σημασία. Από την πληρέστατη περιγραφή μου μπορείς να καταλάβεις σε ποια οδό είμαι;
-Είσαι στην οδό Βλακείας αριθμό 5. Θα πάρεις κι άλλα πέντε από μένα μόλις σε δω μπροστά μου. Ησύχασες τώρα;
Μα πως μου μιλάει έτσι αυτό το κορίτσι; Έχει χάρη που είναι μεγαλύτερη μου και τη σέβομαι. Στα γόνατα της με μεγάλωσε.
-Περίμενε να ρωτήσω εδώ τριγύρω κάνα ντόπιο μπας και βρούμε καμία άκρη πού να βρίσκεσαι τώρα, μου ξαναλέει η Ελενίτσα.
Με παίρνει πίσω μετά από πέντε λεπτά που μου φάνηκαν πέντε μέρες. Αυτός ο αριθμός έχει αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Και τα δάχτυλα του φάσκελου, πέντε είναι. Επιτέλους, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Ελενίτσα.
-Το μέρος δεν το ξέρει κανείς εδώ, μου λέει η ξαδέρφη μου. Με τα πολλά βρήκαμε ένα γεράκο που απόρησε πως κατάφερες κι έφτασες μέχρις εκεί. Η εκκλησιά που βλέπεις είναι ο προφήτης-Ηλίας Εκεί, μας είπε, ούτε τα γαϊδούρια δεν μπορούν να πάνε, κι εσύ πηγές με αυτοκίνητο; Τρελός θα είσαι ή πόντιος.
-Το δεύτερο είμαι σίγουρα όπως ξέρεις, αλλά στο θέμα του γαϊδουριού κάνει τεράστιο λάθος πες του. Πριν λίγο με προσπέρασε ένα γαϊδούρι. Άρα γαϊδούρια, πάνε. Δεν ξέρει τι λέει ο παππούλης, προσπάθησα να βγω κι εγώ από πάνω.
Και αφού μου απέκλεισε το ενδεχόμενο να έρθει κάποιος από εκεί να με πάρει πριν το γάμο, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν και τα δυο συμβάντα, και στην περίπτωση αυτή ο γάμος ήταν το σημαντικότερο γεγονός, μου είπε ότι μετά το γάμο θα φροντίσουν να έρθουν να με τραβήξουν με το τζιπάκι που είχαν ήδη ξεκολλήσει από την άμμο το πρωί.
-Κράτα μου και μια μπομπονιέρα, Ελενίτσα μου!
-Τι να σου πω τώρα; Δεν τρώγεσαι, πια!
Και μόλις τελείωνα την συνομιλία με την ξαδέρφη μου, ακούω να επιστρέφει ο νεαρός κτηνοτρόφος καβάλα στο γαϊδούρι του.
-Τι έγινε αδελφέ; Δεν θα πας στο γάμο;
-Κόλλησε το αμάξι αγαπητέ μου, και όχι απλά θα χάσω το γάμο, αλλά φοβάμαι ότι δεν θα συναντήσω και την Αφρούλα.
-Ποια Αφρούλα; Ξέρεις, έχω μια γίδα που τη φωνάζω Αφρούλα!
-Άσε θα σου εξηγήσω μετά. Έχεις καμία ιδέα να ξεκολλήσω από δω;
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, έκανα πως σκεφτόμουν κι εγώ μαζί του για να μην νιώθει μόνος με τις σκέψεις του και καταλήγουμε να ξαναβάλουμε πέτρες κάτω από τις ρόδες του αυτοκίνητου ώστε αυτός να κάτσει πάνω στο καπό σάμπως και δώσουμε βάρος στο μπροστινό σύστημα και ξεκολλήσει το άτιμο το αμάξι.
Και ξεκινάμε όλο ελπίδα να εφαρμόσουμε την ιδέα που είχαμε.
Την ιδέα την εφαρμόσαμε… μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Την ξανά-εφαρμόσαμε … μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Την ξανά-μανά-εφαρμόσαμε … μα το αμάξι δεν ξεκόλλησε.
Τα παρατήσαμε κι αυτό συνέχισε να είναι κολλημένο. Κι άλλο αμάξι με προσωπικότητα μας βρήκε, σκέφτηκα.
-Άκου να δεις, μου λέει ο νεαρός βοσκός. Ο πατέρας μου έχει δικό του τρακτέρ αλλά τώρα λείπει γιατί έχει πάει στη Σίφνο να οργώσει κάτι κτήματα που έχουμε εκεί και θα έρθει σε καμία ώρα με το καράβι.
-Μπα; Πιάνει καράβι εδώ πάνω στο βουνό; Τον ρωτάω από τη σαστιμάρα μου κι εγώ.
-Τι λες αδελφέ μου; Στο λιμάνι θα πιάσει και θα τον πω να έρθει να σε βρει.
-Μήπως θα φέρει και τις θείες από τη Σίφνο; ρωτάω πάλι με τη βλακεία που φέρνει ο πανικός.
-Ποιες θείες από τη Σίφνο; Εγώ μόνο τη θεία από το Σικάγο ξέρω, που έδειξε χθες η τηλεόραση, μου απαντάει.
-Άντε φίλε, σε αφήνω τώρα και πάω στο λιμάνι να τον περιμένω και να έρθουμε να σε βρούμε, μου λέει όλο συμπόνια ο βοσκός.
Και καβαλάει το ζωντανό και αρχίζει να απομακρύνεται.
Από την αγωνία μου, μου φαινόταν ότι πήγαινε τόσο αργά το ζωντανό, λες και είχε πιάσει κουβέντα με ένα σαλιγκάρι και τα έλεγαν περπατώντας στην πλατεία του χωριού.
Μπαίνω κι εγώ στο αμάξι και περιμένω, μην έχοντας κάτι άλλο να κάνω. Η ώρα είχε φτάσει πέντε και μισή και στις έξι η Αφρούλα θα άρχισε να αλλάζει τα στέφανα στους μελλοντικούς συζύγους. Κι εγώ αντί να κοιτάζω την Αφρούλα, θα περνούσα αξέχαστα με τη συντροφιά ενός τρακτέρ και ενός βοσκού. Αν έρχονταν, βέβαια.
Κι αν δεν έρχονταν ποτέ;
Κι αν ξεχνούσε να του το πει του πάτερα του;
Κι αν το τρακτέρ δεν είχε καύσιμα;
Κι αν δεν έβρισκαν ξανά το δρόμο;
Κι αν…
Κι αν…
Κι αν…
Και στην τόση ησυχία που επικρατούσε εκεί, ακούω τη μηχανή του τρακτέρ.
Μέχρι και τον ινδιάνο έκανα και έβαλα το αυτί μου στο χώμα για να σιγουρευτώ ότι έρχονται.
Και βλέπω επιτέλους το τρακτέρ να πλησιάζει.
-Τι έγινε βρω πατριώτη; ρωτάει ο πατέρας του παιδιού. Που το ανακάλυψες αυτό το μέρος;
-Άσε ξέρω, μη μου πεις. Μόνο γαϊδούρια έρχονται εδώ, τον πρόλαβα.
-Ακριβώς, μου λέει.
-Και δίποδα καμιά φορά, του απαντάω εγώ.
-Εμ, δεν ήθελα να πω αυτό.
-Άσε το λέω εγώ, να σε βγάλω από τη δύσκολη θέση.
Γυρίζει το τρακτέρ, το φέρνει με την όπισθεν κοντά στο αμάξι μου, βγάζει τα σκοινά, τα δένουμε στον κρίκο της ρυμούλκησης του αυτοκινήτου, μπαίνω μέσα και αρχίζει να τραβάει.
Στην πρώτη προσπάθεια, μουλάρωσε και δεν σάλεψε το αμάξι μου…
Στη δεύτερη προσπάθεια, το τρακτέρ σηκώθηκε στις δυο μπροστινές ρόδες…
Αναρωτιόταν ο μπαμπάς του νεαρού βοσκού, ξύνοντας το κεφάλι του και κοιτώντας προς το μέρος μου απορημένος…
Τι να πω; Δεν ξέρω, του γνέφω ανασηκώνοντας ταυτόχρονα τους ώμους μου.
Στην τρίτη προσπάθεια, επιτέλους κουνήθηκε το αμάξι. Μόλις είχα λύσει το χειρόφρενο, αλλά τι να του έλεγα; Ότι το είχα δεμένο; Να με περάσει και για ηλίθιο;
Και με τράβηξε μέχρι το ίσωμα. Χαμός στο ίσωμα, που λένε!!!
Αφού ευχαρίστησα μπαμπά, γιο και γάιδαρο και έδωκα ένα μπαξίσι στον γιο, μην με περάσουν και για τσιγκούνη, όχι ότι δεν είμαι, αλλά ένεκα η εξυπηρέτησις, ξεκίνησα με την ψυχή στο στόμα να προλάβω το γάμο αλλά και την κουμπάρα. Δεν λέω όνομα, το μάθατε τώρα πια, φαντάζομαι. Την Αφρούλα. Το έγραψα, δεν άντεξα.
Η ώρα είχε φτάσει έξι το απόγευμα. Ούτε κι εγώ ήξερα πώς πήγαινα στους δρόμους της Κύθνου να προλάβω να φτάσω στο γάμο.
Φτάνω στο δωμάτιο, κάνω μπάνιο και ντύνομαι. Τι φόρεσα ένας θεός το ξέρει. Αφού δεν φόρεσα από τη βιασύνη μου και τα τσόκαρα της ξαδέρφης μου, πάλι καλά. Πάντως φιλετάκια στη μούρη μου δεν πρόλαβα να βάλω για να τη φρεσκάρω.
Και φτάνω στην εκκλησιά.
Έξι και είκοσι πέντε λεπτά.
Ευτυχώς η νύφη έκανε τα τσαλίμια της στον γαμπρό και είχε καθυστερήσει. Με το που φτάνω όλοι γυρνάμε έκπληκτοι. Α, να και οι χαμένες θείες της Σίφνου- και με κοιτάνε με απορία στα μάτια, που έλεγαν σιωπηλά ‘’μα που πήγες και έμπλεξες, Σωκράτη; Ντιπ μυαλό;’’
Το βλέμμα της Ελενίτσας της ξαδέρφης, απέφυγα να το συναντήσω.
Σηκώνω του ώμους, και γυρνώ το βλέμμα μου στην είσοδο της εκκλησιάς που εκείνη τη στιγμή έμπαινε η νύφη για να αρχίσει το μυστήριο του γάμου.
Και νιώθω ένα βλέμμα να είναι καρφωμένο πάνω μου. Γυρνώντας να εντοπίσω από που έρχεται αυτό το βλέμμα, βλέπω δυο καταγάλανα μάτια να με κοιτάζουν με ιδιαίτερη συμπάθεια. Μέχρι να αντιληφθώ τι γίνεται, αισθάνομαι ένα χέρι στην πλάτη και μια φωνή να μου λέει, ‘’γεια σου Σωκράτη, είμαι η Αφρούλα’’. ‘’Γεια σου Αφρούλα, είμαι ο γάιδαρος. Χμ, ο Σωκράτης θέλω να πω’’.
Μου χαμογελάσει με νόημα και γυρίζει να πάει προς το μέρος που είχαν πάρει θέση η νύφη και ο γαμπρός για να κάνει το χρέος της ως κουμπάρα.
Τελικά, η ξαδέρφη μου η Ελενίτσα είχε φροντίσει το θέμα Αφρούλα, όσο εγώ ήμουν χαμένος εις το βουνό ψηλά εκεί.
Την Αφρούλα τελικά την βρήκα. Τον κατσικοπόδαρο όμως, δεν τον βρήκα ποτέ.-
Χρονολογία συγγραφής: 2012
Συγγραφή - κείμενα: Σωκράτης Σημαιοφορίδης
www.SokratesDrankThePontium.gr
"Ο Δίδυμος Της Συμφοράς!"
Διηγήματα αυτοβιογραφικά, πραγματικών γεγονότων, φανταστικών ερώτων
και αληθινής φαντασίας. Είναι ευνόητο ότι τα ονόματα των προσώπων
δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Λογικό!
Γιατί ΕΓΩ είμαι ο Δίδυμος, ΕΓΩ ο Σωκράτης, ΕΓΩ ο Πρωταγωνιστής,
ΕΓΩ ο Αναγνωρίσιμος, ΕΓΩ ο Νάρκισσος, ΕΓΩ ο Πόντιος,
ΕΓΩ ο Μετριόφρων, και ΕΓΩ ο Εγωιστής.
Όλα τα υπόλοιπα, όπως εγώ, γεγονότα, συνταγές μαγειρικής, ζώδια, δίδυμοι,
τρίδυμοι, ωροσκόποι, καιροσκόποι, μετεωρολόγοι, μετεωρολογικά φαινόμενα,
χρώματα ματιών, χρώματα μαλλιών, χρώματα κατά της σκουριάς,
χρώματα παλ και secam, ψηφιακοί δέκτες αλλά και ό,τι άλλο αναγράφεται
στις ιστορίες, ανταποκρίνονται πλήρως στην ωμή, σκληρή και ερεθιστική
πραγματικότητα της ζωής. Αφού τα έζησα, κάθισα και τα έγραψα!
Κουράγιο, φίλοι μου...
ΣΗΜ.: Τα διηγήματα είναι κατοχυρωμένα
σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία
για τα πνευματικά δικαιώματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Είστε ελεύθεροι να δημοσιεύετε ό,τι σχόλια θέλετε εκτός από βωμολοχίες! Τα βρωμόλογα μου αρέσουν μόνο στο σεξ!
Αυτές τις μέρες μαθαίνω και τι είναι σεξ!